Όσοι ασχολούνται με την έκδοση βιβλίων στην Ελλάδα συχνά υποθέτουν ότι η επιμέλεια σελίδας είναι μια διαδικασία που μεταφέρεται αυτούσια από τα αγγλόφωνα πρότυπα στα οποία βασίζονται τα περισσότερα προγράμματα στοιχειοθεσίας. Στην πράξη, η ελληνική γλώσσα θέτει μια σειρά από απαιτήσεις που δεν έχουν αντίστοιχο στα αγγλικά, και η αντιμετώπισή τους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την τελική ποιότητα ενός εντύπου. Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε μερικές από τις πιο σημαντικές από αυτές τις προκλήσεις.
Ο συλλαβισμός δεν είναι πάντα σύμμαχος
Η αγγλική γλώσσα έχει σχετικά απλούς κανόνες συλλαβισμού, και τα περισσότερα προγράμματα στοιχειοθεσίας τους χειρίζονται με μεγάλη αξιοπιστία. Τα ελληνικά, αντίθετα, διέπονται από κανόνες συλλαβισμού που βασίζονται σε φωνολογικά κριτήρια —η θέση των συμφωνικών συμπλεγμάτων, η διάκριση δίφθογγων από χασμωδίες, οι εξαιρέσεις σε σύνθετες λέξεις— και οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούν τα δυτικά προγράμματα δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς πάνω σε αυτούς. Το αποτέλεσμα είναι συχνά λανθασμένος διαχωρισμός λέξεων στο τέλος της γραμμής, κάτι που σε ένα επαγγελματικό έντυπο είναι απαράδεκτο.
Το πρόβλημα περιπλέκεται περαιτέρω επειδή ο υπερβολικός συλλαβισμός δημιουργεί οπτικό θόρυβο —μια σελίδα γεμάτη ενωτικά σε κάθε γραμμή κουράζει το μάτι— ενώ η πλήρης απενεργοποίησή του οδηγεί σε άσχημα κενά διαστήματα λόγω της, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερης έκτασης των ελληνικών λέξεων σε σχέση με τις αγγλικές. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο άκρα απαιτεί χειροκίνητο έλεγχο, γραμμή προς γραμμή, κάτι που ελάχιστοι πελάτες αντιλαμβάνονται ως μέρος της δουλειάς.
Το πολυτονικό σύστημα και οι παγίδες του
Παρότι η σύγχρονη ελληνική γραφή χρησιμοποιεί το μονοτονικό σύστημα από το 1982, ένα σημαντικό κομμάτι της εκδοτικής παραγωγής —φιλολογικές εκδόσεις, θεολογικά κείμενα, επανεκδόσεις κλασικών έργων, ακαδημαϊκές μελέτες— απαιτεί ακόμη πολυτονική γραφή. Εδώ αναδεικνύεται ένα τεχνικό ζήτημα που δεν είναι προφανές σε όποιον δεν έχει δουλέψει με τέτοιο υλικό: πολύ λίγες γραμματοσειρές διαθέτουν πλήρη και σωστά σχεδιασμένη κάλυψη του συνόλου των πολυτονικών συνδυασμών —οξεία, βαρεία, περισπωμένη, δασεία, ψιλή, και όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί τους με υπογεγραμμένη.
Πολλές γραμματοσειρές που διαφημίζονται ως «υποστηρίζουσες ελληνικά» καλύπτουν μόνο το μονοτονικό υποσύνολο. Όταν χρησιμοποιηθούν σε πολυτονικό κείμενο, το αποτέλεσμα είναι είτε απουσία των τόνων που δεν αναγνωρίζονται, είτε —χειρότερο— σύνθετοι χαρακτήρες κατασκευασμένοι από το λογισμικό με κακή στοίχιση, που μοιάζουν εμφανώς πρόχειροι σε σύγκριση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της σελίδας. Ο εντοπισμός γραμματοσειράς με πλήρη, γνήσια σχεδιασμένη κάλυψη πολυτονικού είναι συχνά το πρώτο και πιο χρονοβόρο βήμα σε ένα τέτοιο έργο.
Ο περιορισμένος κατάλογος επαγγελματικών γραμματοσειρών
Η παγκόσμια αγορά γραμματοσειρών είναι, σε μεγάλο βαθμό, προσανατολισμένη στη λατινική γραφή. Χιλιάδες γραμματοσειρές διατίθενται με εξαιρετική ποιότητα σχεδιασμού για αγγλικό κείμενο, όμως ο αριθμός εκείνων που έχουν σχεδιαστεί —όχι απλώς μεταφραστεί ή επεκταθεί πρόχειρα— με πλήρη προσοχή στο ελληνικό αλφάβητο είναι πολύ μικρότερος. Οι λόγοι είναι πρακτικοί: η σχεδίαση ελληνικών γραμμάτων υψηλής ποιότητας απαιτεί κατανόηση της ιδιαίτερης μορφολογίας τους —το ύψος και το πλάτος γραμμάτων όπως το «θ», το «ξ» ή το «ψ», η σωστή αναλογία πεζών προς κεφαλαία, η αρμονική συνύπαρξη με τους τόνους— και λίγοι σχεδιαστές γραμματοσειρών εκτός Ελλάδας επενδύουν τον απαιτούμενο χρόνο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε ένα επαγγελματικό βιβλίο, η επιλογή γραμματοσειράς περιορίζεται σε μια σχετικά μικρή λίστα δοκιμασμένων επιλογών, ενώ πολλές δημοφιλείς, αισθητικά ελκυστικές γραμματοσειρές που θα ταίριαζαν ιδανικά σε ένα εξώφυλλο ή σε έναν τίτλο αποκλείονται εντελώς επειδή η ελληνική τους έκδοση είναι ελλιπής, ασύμμετρη, ή απλώς ανύπαρκτη.
Τονισμός, κεφαλαία και σημεία στίξης
Ένα ακόμη σημείο που ξεφεύγει από την προσοχή του μη ειδικού είναι η μεταχείριση των τόνων στα κεφαλαία γράμματα. Ο κανόνας της Πύλης προβλέπει ότι λέξη γραμμένη εξ ολοκλήρου με κεφαλαία δεν φέρει τόνο, με εξαίρεση τη διαφοροποιητική οξεία σε περιπτώσεις ομόγραφων λέξεων (όπως στο «Η» άρθρο έναντι στο «Ή» σύνδεσμο). Η σωστή εφαρμογή αυτού του κανόνα σε αυτοματοποιημένο περιβάλλον στοιχειοθεσίας απαιτεί προσοχή, καθώς τα περισσότερα προγράμματα δεν διαχωρίζουν αυτόματα αυτές τις περιπτώσεις.
Παράλληλα, τα ελληνικά εισαγωγικά («») διαφέρουν από τα αγγλικά, και η σωστή χρήση τους —μαζί με τα εσωτερικά ημιεισαγωγικά (” “) για ενσωματωμένο λόγο— είναι ένα ακόμη σημείο όπου οι προεπιλεγμένες ρυθμίσεις λογισμικού, βασισμένες σε αγγλικά πρότυπα, χρειάζονται χειροκίνητη διόρθωση.
Δικαιολόγηση κειμένου και οπτικός ρυθμός
Τέλος, η δικαιολόγηση παραγράφων (justification) σε ελληνικό κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω του μεγαλύτερου μέσου μήκους λέξης. Οι αλγόριθμοι δικαιολόγησης που βελτιστοποιήθηκαν για αγγλικό κείμενο τείνουν να παράγουν υπερβολικά μεγάλα ή ασύμμετρα κενά ανάμεσα σε λέξεις όταν εφαρμόζονται απευθείας σε ελληνικό κείμενο, ιδίως σε στενές στήλες. Η επίλυση αυτού του προβλήματος συνδυάζει προσεκτική ρύθμιση παραμέτρων διάστιξης, στοχευμένο συλλαβισμό, και —συχνά— χειροκίνητες παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες γραμμές που δεν συμπεριφέρονται σωστά παρά τις σωστές γενικές ρυθμίσεις.
Συμπέρασμα
Καμία από τις παραπάνω προκλήσεις δεν είναι εμφανής σε έναν αναγνώστη που απλώς κρατά ένα καλά τυπωμένο βιβλίο στα χέρια του —και αυτός, στην πραγματικότητα, είναι ο στόχος: η επιμέλεια να είναι τόσο καλή ώστε να παραμένει αόρατη. Η επιμελημένη αντιμετώπιση της ελληνικής γλώσσας σε επίπεδο στοιχειοθεσίας δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα· είναι ένδειξη σεβασμού προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη. Σε μια αγορά όπου πολλά έντυπα καταφεύγουν σε πρόχειρες, αγγλοκεντρικές λύσεις, η προσοχή σε αυτές τις λεπτομέρειες είναι αυτό που διαχωρίζει ένα βιβλίο που απλώς «διαβάζεται» από ένα βιβλίο που έχει πραγματικά σχεδιαστεί.
