Αγαπητέ συγγραφέα,
Θα σου πω κάτι που πιθανότατα ήδη γνωρίζεις, αλλά που κανείς δεν σου το έχει πει τόσο ξεκάθαρα: το χειρόγραφό σου δεν πρόκειται ποτέ να νιώσεις ότι είναι πραγματικά «τέλειο». Ούτε τώρα, ούτε σε έναν μήνα, ούτε σε ένα χρόνο. Αν περιμένεις αυτό το συναίσθημα για να μου το στείλεις, θα περιμένεις για πάντα.
Το ξέρω γιατί το βλέπω συνέχεια. Συγγραφείς που μου λένε «είναι έτοιμο» και μετά, μία εβδομάδα αργότερα, μου στέλνουν ένα e-mail με «μια μικρή διόρθωση ακόμα». Έπειτα άλλη μία. Έπειτα μια ολόκληρη παράγραφο που ξαναγράφτηκε. Δεν είναι κακή πρόθεση — είναι ανθρώπινη φύση. Όσο κρατάς το κείμενο κοντά σου, το μυαλό σου θα συνεχίζει να βρίσκει κάτι. Αυτό δεν σταματάει ποτέ από μόνο του. Πρέπει εσύ να αποφασίσεις να σταματήσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι η επιμονή — είναι το πού την κατευθύνεις
Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σε δύο πραγμάτων, και οι περισσότεροι συγγραφείς τα μπερδεύουν:
Το ένα είναι μια πλοκή που δεν κλείνει σωστά, ένας χαρακτήρας που αλλάζει προσωπικότητα ανεξήγητα στο μέσο του βιβλίου, ένα κεφάλαιο που δεν προσθέτει τίποτα στην ιστορία, μια αρχή που δεν τραβάει τον αναγνώστη. Αυτά είναι πραγματικά ζητήματα. Αξίζουν τον χρόνο σου, τις αγωνίες σου, ακόμα και μήνες επανεξέτασης.
Το άλλο είναι το αν θα γράψεις «αυτοί» ή «οι ίδιοι», αν μια πρόταση θα ξεκινήσει με «Ωστόσο» ή με «Παρ’ όλα αυτά», αν μια λέξη θα είναι «σπίτι» ή «οικία». Αυτά δεν είναι ζητήματα. Είναι ο εγκέφαλός σου που ψάχνει κάτι να διορθώσει επειδή του είναι πιο άνετο να διορθώνει παρά να αφήσει το έργο να φύγει από τα χέρια του.
Το πρόβλημα είναι όταν αυτά τα δύο αντιμετωπίζονται με την ίδια βαρύτητα. Όταν ένας συγγραφέας περνάει τρεις εβδομάδες αποφασίζοντας ανάμεσα σε δύο συνώνυμα, ενώ μια κενή πλοκή στη σελίδα 40 παραμένει ανέγγιχτη επειδή «θα το κοιτάξω μετά». Το «μετά» συνήθως δεν έρχεται ποτέ, γιατί το ενεργειακό απόθεμα ενός συγγραφέα για αναθεωρήσεις δεν είναι απεριόριστο — και το ξοδεύεις σε λάθος πράγματα.
Τι κοστίζει στην πράξη μια «μικρή» αλλαγή μετά το τέλος
Ίσως σκέφτεσαι: «Καλά, τι πειράζει; Είναι μια λέξη, θα την αλλάξω και μετά τη σελιδοποίηση.»
Θα σου εξηγήσω τι σημαίνει αυτό από την άλλη πλευρά, τη δική μου. Ένα βιβλίο σελιδοποιημένο δεν είναι ένα έγγραφο του Word όπου προσθέτεις μια πρόταση και όλα προσαρμόζονται αυτόματα χωρίς συνέπειες. Είναι ένα αντικείμενο με ακριβή ισορροπία: κάθε σελίδα έχει υπολογιστεί ώστε τα κεφάλαια να ξεκινούν εκεί που πρέπει, οι εικόνες να μην «κρέμονται» μόνες τους, ο πίνακας περιεχομένων να δείχνει τους σωστούς αριθμούς σελίδων, το ευρετήριο —αν υπάρχει— να παραπέμπει στα σωστά σημεία.
Μια αλλαγή μιας πρότασης μπορεί να μετατοπίσει το κείμενο κατά μία γραμμή. Αυτή η μία γραμμή μπορεί να σπρώξει μια παράγραφο στην επόμενη σελίδα. Αυτό μπορεί να αλλάξει πού ξεκινάει το επόμενο κεφάλαιο. Αν το βιβλίο έχει ευρετήριο, πίνακα περιεχομένων, ή αναφορές σε αριθμούς σελίδων μέσα στο ίδιο το κείμενο, όλα αυτά πρέπει να ελεγχθούν ξανά, ένα προς ένα. Αυτό δεν είναι υπερβολή — είναι η καθημερινότητα της σελιδοποίησης.
Άρα όταν μου στέλνεις «μια μικρή διόρθωση» μετά το τέλος, δεν προσθέτεις πέντε λεπτά δουλειάς. Προσθέτεις έναν ολόκληρο κύκλο ελέγχου. Και αν αυτό συμβαίνει δέκα φορές, δεν έχουμε πια μια σελιδοποίηση — έχουμε δέκα σελιδοποιήσεις.
Πότε λοιπόν είναι έτοιμο;
Όχι όταν νιώθεις ότι δεν έχει κανένα ελάττωμα — αυτή η στιγμή δεν έρχεται ποτέ. Είναι έτοιμο όταν έχεις απαντήσει με ειλικρίνεια σε τρεις ερωτήσεις:
Η ιστορία λέει αυτό που θέλεις να πει, από την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά που ο ίδιος γνωρίζεις ότι υπάρχουν;
Έχει διαβαστεί το κείμενο από κάποιον άλλον —όχι μόνο από εσένα— που μπορεί να εντοπίσει τα προφανή λάθη που εσύ πια δεν βλέπεις, επειδή το έχεις διαβάσει τόσες φορές που το μυαλό σου συμπληρώνει αυτόματα ό,τι λείπει;
Οι αλλαγές που σκέφτεσαι τώρα είναι ζητήματα ουσίας, ή είναι απλώς άλλη μια βόλτα γύρω από τις ίδιες προτάσεις;
Αν οι απαντήσεις στα δύο πρώτα είναι ναι, και στο τρίτο είναι ότι πλέον γυροφέρνεις χωρίς λόγο, τότε το βιβλίο είναι έτοιμο. Όχι τέλειο — έτοιμο. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα, και το δεύτερο είναι αυτό που πραγματικά χρειάζεται ένας αναγνώστης.
Το τελευταίο βήμα δεν είναι δικό σου να το φοβάσαι
Η σελιδοποίηση δεν είναι το τέλος της δημιουργικής διαδικασίας — είναι ένα ξεχωριστό στάδιο, με τη δική του λογική. Όταν μου στέλνεις το κείμενό σου, δεν χάνεις τον έλεγχο· απλώς περνάμε στο επόμενο βήμα, εκεί που το κείμενό σου γίνεται βιβλίο. Αν στην πορεία εντοπιστεί κάτι πραγματικά σημαντικό, πάντα υπάρχει χρόνος να το συζητήσουμε. Αλλά η ατέλειωτη αναβολή, το «ακόμα μια φορά», δεν προστατεύει το βιβλίο σου. Απλώς καθυστερεί τη στιγμή που θα φτάσει στα χέρια κάποιου αναγνώστη.
Άσε το να ταξιδέψει.
Με εκτίμηση, Αχέρων
